Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Μικρόκοσμος - Nazim Hikmet


Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας.
Φράξαν το δρόμο σ' έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ' αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ' άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.
Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ' άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.




Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Ο Τιμονιέρης (Αλκίνοος Ιωαννίδης)



Μη λες πολλά, μη θες πολλά, μην κάνεις το δικό σου
μην πας ψηλά, μη θες πολλά, μείνε στο μερτικό σου.
Μείνε στο μαύρο σου κενό, στη γκρίζα σου την πόλη
μην έχεις μνήμη, μη ρωτάς, κάνε όπως κάνουν όλοι.





Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Οφειλή - Τίτος Πατρίκιος




Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες
είναι σαν να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω. 


Πηγή: http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C131/595/3928,17272/


Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Τέρμα - Κώστας Βάρναλης




Εδώ, π’ ανταμωθήκαμε, αδερφοί,
δεν είναι πλατωσιά μηδέ κορφή,
μήδ’ άκρα του πελάου και τ’ ουρανού.
Το βάθος είναι τ’ άσωτου Κενού.

Δεν πέσαμε μονάχοι στ’ αναιώνια
σκοτάδια. Μας γκρεμίσαν τα τελώνια
της Ανομίας, οι «πρώτοι» του λαού,
κάθε λαού, καινούργιου ή παλαιού.

Ήλιος εδώ να φτάσει, ανάσ’, αχός
δεν αφήνει των πλούσιων ο Θεός
και στον Απάνου Κόσμο από τον Κάτου
οι βόγκοι ν’ ανεβούνε του θανάτου.

Τη σάρκα μας τη σάπισε η λασπιά τους,
μα την ψυχή μας πιότερο η ψευτιά τους.
Πουλημένα κοπάδια, νύχτα μέρα
για δικά τους πεθαίνουμε συφέρα.

Ασήμαντοι, χυδαίοι, μηδενικοί
κάναν την οικουμένη φυλακή.
Πέτρα δεν είν’ απάνου να πατήσει
το θύμα, όσο ψηλότερα να φτύσει!

- Πώς εδώθε να βγούμε; - Όχι ένας ένας!
Όλοι μαζί και μοναχός κανένας!
Σα φτάσ’ η εσχάτη ανάγκη να σωθείς,
ενωμένος Λαός θα σηκωθείς.


Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Στη Χώρα Των Λωτοφάγων - Σ.Γραμμένος & Χ. Θηβαίος




Θυμάμαι έναν παππού να λέει ιστορίες
κρατώντας μες στα χέρια του παλιές φωτογραφίες
πως έφυγε στα είκοσι πήγε στη Γερμανία
δούλευε σ' εργοστάσια κοιμότανε στα κρύα.

Πως έφτασε λαθραία ως την Αμερική
να μένει σε ένα υπόγειο μαζί με άλλους δέκα
γνώρισε όλους τους λαούς που υπάρχουν στη γη
απ' το Κονγκό τη Σαϊγκόν τ' Αλγέρι και τη Μέκκα.

Λάντζα στην Αμέρικα
στην Γερμανία εργάτης
τα μάτια σου τα γέρικα
πληγές μιας βόλτας σκάρτης.

Και είχε να μου λέει χιλιάδες ιστορίες
για υπόγειους τεκέδες για στέκια γι αλητείες
πως πέρασε τα χρόνια του και φύγανε τα νιάτα
πως τα λιμάνια πέρναγε και πόσα έπλυνε πιάτα.

Τον είδα αρκετές φορές πλατεία Βικτορίας
εκεί όπου τον γνώρισα τ' απόγευμα μιας Τρίτης
τα ενενήντα κόντευε και λόγο ευγενείας
σίγουρος είμαι πως ποτέ δεν ήτανε αλήτης.

Πάνε δυο χρόνια που έφυγε μα εγώ δεν θα ξεχάσω
τις ιστορίες του πάππου που τον ελέγαν Τάσο
πως είχε πάντοτε μαζί φαί και λίγες παστες
κι έλεγε για τ' αδέρφια μου εδώ τους μετανάστες.

Σε ξένα μέρη άγνωστα
σε γράφανε σε λίστες
τώρα κοιτάς τα άρρωστα
τα εγγόνια σου φασίστες.